Σχιζοφρένεια

Η Σχιζοφρένεια (από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «σχίζειν=διαχωρισμός» και «φρένα=λογική)  είναι μια ψυχωσική διαταραχή της οποίας η κλινική εικόνα εμφανίζει μεγάλη ποικιλομορφία. Τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας αφορούν κυρίως τη σκέψη,το συναίσθημα,τη συμπεριφορά και την κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα. Η  ασθένεια είναι ,στις περισσότερες περιπτώσεις, χρόνια και η κλινική της πορεία περιλαμβάνει 3 φάσεις=πρόδρομη,ενεργό και υπολειμματική φάση.

Η διάγνωσή της βασίζεται στην παρατήρηση της παρούσας ψυχικής κατάστασης του ασθενούς.Εκτιμάται η συνολική λειτουργικότητα,το περιεχόμενο και η δομή της σκέψης, η αντίληψη, το συναίσθημα, η βούληση, η ψυχοκινητικότητα  και οι γνωσιακές λειτουργίες.

Υπολογίζεται  ότι  παγκοσμίως,κάθε χρόνο εμφανίζονται περίπου 2 εκατομμύρια νέα περιστατικά.Η συχνότητα και η νοσηρότητα της είναι υψηλότερες στον αστικό από ό,τι στον αγροτικό πληθυσμό. Ο επιπολασμός της νόσου είναι υψηλότερος στις χαμηλές κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Η νόσος εισβάλλει  συνήθως μεταξύ των ηλικιών 15-35 και σπανίως πριν τα 10 ή μετά τα 40.

Τα αίτια της σχιζοφρένειας δεν έχουν εντοπιστεί πλήρως, αλλά είναι κυρίως βιολογικής, ψυχολογικής και κοινωνικής φύσεως. Η κυρίως έρευνα που διεξάγεται για την σχιζοφρένεια εστιάζεται κυρίως στους γενετικούς παράγοντες που φαίνεται πως παίζουν και τον πιο σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτής της ψυχικής διαταραχής. Η σχιζοφρένεια σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις θεωρείται ελέγξιμη διαταραχή και μέσω της κατάλληλης θεραπείας τα άτομα που πάσχουν έχουν υψηλή πιθανότητα να επανενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο.

Πριν από την έναρξη της ασθένειας μπορεί να εμφανίζονται πρόδρομα συμπτώματα όπως άγχος, σύγχυση, φόβος και κατάθλιψη. Τα πρόδρομα συμπτώματα μπορεί να υφίστανται για μήνες πριν  τεθεί η διάγνωση.

Η κλινική αντιμετώπιση του ασθενούς μπορεί να περιλαμβάνει νοσηλεία και αντιψυχωσική αγωγή όπως και συμπεριφορική, οικογενειακή, ομαδική και ατομική ψυχοθεραπεία, καθώς και εκπαίδευση σε κοινωνικές δεξιότητες και θεραπείες αποκατάστασης. Η σχιζοφρένεια είναι χρόνιο νόσημα για το οποίο απαιτείται μακροχρόνια αντιψυχωσική θεραπεία για την πρόληψη των υποτροπών. Η δόση της θεραπείας μπορεί σταδιακά να μειωθεί μέχρι την ελάχιστη αποτελεσματική δόση ακόμα και 10-20% ανά μήνα. Οι ασθενείς και οι οικείοι τους θα πρέπει να εκπαιδεύονται στην αναγνώριση σημείων υποτροπής που συχνά εμφανίζονται με την μείωση της δόσης όπως αϋπνία, άγχος, κοινωνική απόσυρση και παράδοξη συμπεριφορά.

Βασίλειος Σιαπέρας

Ειδικευόμενος Ψυχίατρος

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

10 + 16 =

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>