Εθισμός, Ναρκωτικά και Υποκατάστατά

Για πολλούς ασθενείς εξαρτημένους στα “ναρκωτικά” (π.χ. ηρωίνη) η λύση της υποκατάστασης, δηλαδή η θεσμοθετημένη νόμιμη χορήγηση μεθαδόνης (Methadone) και βουπρενορφίνης (Subutex®) φαίνεται σαν η πιο εύκολη και άμεση προοπτική. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν υποδεχόμαστε τους εξαρτημένους, που ζητούν θεραπεία, δηλαδή απεξάρτηση και πλήρη αποχή από κάθε νόμιμη ή παράνομη ναρκωτική ουσία, λαμβάνοντας το ιστορικό τους βλέπουμε ότι σχεδόν πάντα έχουν πρώτα προσπαθήσει να διακόψουν τη χρήση, αγοράζοντας στην μαύρη αγορά ουσίες που λειτουργούν σαν υποκατάστατα της ηρωίνης (μεθαδόνη, βουπρενορφίνη, έμπλαστρα μορφίνης κ.α.). Είναι γνωστό στους περισσότερους ότι διακινούνται παράνομα στην μαύρη αγορά μεγάλες ποσότητες υποκατάστατων ουσιών, τόσο μεθαδόνης όσο και βουπρενορφίνης. Αυτό συμβαίνει, γιατί σχεδόν όλοι οι εθισμένοι στην ηρωίνη ασθενείς, κάνουν την πρώτη τους προσπάθεια διακοπής της χρήσης ουσιών πειραματιζόμενοι με τις ουσίες αυτές, αλλά εν συνεχεία συνειδητοποιούν, ότι η βάση του εθισμού δεν βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στην σωματική στέρηση. Τελικά, πολλοί εξ αυτών καταλήγουν ότι χρειάζονται επαγγελματική βοήθεια από πρόγραμμα απεξάρτησης.

Χρήσιμο είναι λοιπόν να μην συγχέουμε την επίσημα θεσμοθετημένη παρέμβαση της υποκατάστασης για την διαχείριση του προβλήματος των “ναρκωτικών” με την ευκαιριακή και συνάμα παράνομη διακίνηση και χρήση υποκατάστατων ουσιών. Άλλωστε για να αντιμετωπίσουμε την εξάρτηση, είτε με την διαδικασία της απεξάρτησης, είτε με την μέθοδο της υποκατάστασης, χρειάζεται ένα οργανωμένο πρόγραμμα που συνδυάζει ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ψυχιατρική υποστήριξη και συμβουλευτική οικογένειας, καθότι αυτή η αντιμετώπιση δεν μπορεί να γίνει μεμονωμένα από ψυχολόγο ή ψυχίατρο ή μόνο φαρμακευτική αγωγή.

Στην Ελλάδα η θεσμοθετημένη χορήγηση των υποκατάστατων ουσιών γίνετε αποκλειστικά από το επίσημο όργανο του ΟΚΑΝΑ. Η παρέμβαση της υποκατάστασης παγκοσμίως δεν αποτελεί θεραπευτική πρόταση στο πρόβλημα των ναρκωτικών, αλλά μια πολιτική διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγείας που απορρέουν από αυτά.

Σκόπιμο είναι λοιπόν να προσδιορίσουμε ότι οι παραπάνω αναφερόμενες σαν “υποκατάστατα” ουσίες ανταποκρίνονται αποκλειστικά στην χρήση ηρωίνης και έχουν σχεδιαστεί να αποτελούν την πιο ασφαλή φαρμακευτική λύση. Συγκεκριμένα, η μέθοδος χορήγησης διασφαλίζεται ώστε να μην μπορεί να γίνει ενδοφλέβια χρήση, ενώ προσφέρουν λιγότερο η καθόλου ευφορικό αποτέλεσμα και δεν φέρνουν “φλάς”, δηλαδή άμεσο ερεθισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Μολονότι, η λύση της υποκατάστασης δεν αποτελεί θεραπευτική παρέμβαση – ούτε φαρμακευτικά ούτε ψυχοθεραπευτικά – μπορεί να εγγραφεί και εγγράφεται τελικά ως μια κοινωνική παρέμβαση “μείωσης κινδύνου” (“Harm Reduction Policy”), όσον αφορά τις διάφορες σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες και τον κίνδυνο θνησιμότητας, που ενέχει η χρήση ηρωίνης, είτε γίνεται ενδοφλέβια, είτε γίνεται εισπνεόμενη, είτε γίνεται καπνιστή.

Είναι λοιπόν κατανοητό, ότι η υποκατάσταση αποτελεί ένα σχέδιο δράσης για τη δημόσια υγεία, αφού έτσι παρέχεται μια πρώτη διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων και μια μείωση των κινδύνων, που απορρέουν από τη χρήση ναρκωτικών. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν αποτελεί ψυχοθεραπευτική ή/και ψυχιατρική αντιμετώπιση της ασθένειας του εθισμού. Σε όλες τις χώρες τα προγράμματα χορήγησης των ουσιών μεθαδόνης και βουπρενορφίνης έχουν ως στόχο να κρατιέται ο εξαρτημένος μακριά από τις πιάτσες / στέκια των τοξικομανών και να καταπολεμάται η παραβατικότητα, μέσω της δωρεάν ή πολύ φθηνής χορήγησης αυτών των υποκατάστατων. Προσφέροντας νόμιμα και με την προτροπή γιατρού τις υποκατάστατες ουσίες, στόχος είναι ο εθισμένος να μείνει μέσα στις διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες και να αποφύγει τις δυσάρεστες συνέπειες τις χρήσης, δηλαδή τα προβλήματα με το νομό, τις σωματικές δυσκολίες, τον κοινωνικό στιγματισμό κ.α. Με τον τρόπο αυτό όμως, συχνά συντηρείται η εντύπωση ότι ο χρήστης θα μπορέσει να αρκεστεί σε μια θεσμοθετημένη συνταγογραφούμενη και νόμιμη “κοινωνική χρήση” ουσιών και δεν θα αναζητήσει άλλες παράνομες ουσίες, ούτε θα  προβεί σε παράνομες δραστηριότητες. Αυτό που φαίνεται να μας διαφεύγει στην υποθετική αυτή κατάσταση είναι ότι χαρακτηριστικό του εθισμού είναι η ανοχή, δηλαδή η φυσιολογική ανάγκη του εθισμένου να ανεβάζει την ποσότητα και τη συχνότητα της χρήσης και να αναζητά περισσότερα ναρκωτικά. Αυτό συμβαίνει διότι συνηθίζει ο οργανισμός στην συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και μειώνεται διαρκώς το ευφορικό αποτέλεσμα.  Με άλλα λόγια, προσπαθώντας κατευθείαν να παράσχουμε στον εξαρτημένο μια ελεγχόμενη και ασφαλή χρήση, ξεχνάμε ίσως, ότι το πρόβλημά του δεν είναι η χρήση καθεαυτή, αλλά η αδυναμία ελέγχου αυτής της ανεξέλεγκτης, βουλιμικής χρήσης ναρκωτικών, που είναι ο ορισμός της εξάρτησης.

Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι η υποκατάσταση δεν βοηθάει τον εθισμένο να  θεραπευτεί, δηλαδή να κατανοήσει τις ψυχικές του δυσκολίες, να διαχειριστεί τα συναισθήματά του και να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται και δρα. Η υποκατάσταση, ίσως δώσει το χρόνο στον εξαρτημένο να αλλάξει σε κάποιο μικρό βαθμό τις συνήθειες του και την καθημερινότητά του, ενδεχομένως όμως να καταπιαστεί με άλλες δραστηριότητες ή συμπεριφορές, που μπορεί να είναι θετικές μπορεί όμως να είναι περισσότερο επιβλαβείς από την χρήση ναρκωτικών .

Παρόλ’ αυτά, η λύση της υποκατάστασης ελκύει το μεγαλύτερο μέρος των εξαρτημένων και οι περισσότεροι εθισμένοι στα ναρκωτικά ζητούν πριν απευθυνθούν σε οποιοδήποτε άλλο πρόγραμμα, βοήθεια από τα προγράμματα υποκατάστασης. Συνεπώς, θα ήταν σημαντικό η υποκατάσταση να συνδέεται με μια θεραπευτική πρόταση ή έστω με μια θεραπευτική προοπτική, ώστε όταν ο εξαρτημένος νοιώσει έτοιμος να αντιμετωπίσει το σύμπτωμά του, να έχει δίπλα του μία θεραπευτική παρέμβαση.

Με την παραπάνω διαπίστωση θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι το δίλλημα που τίθεται συχνά στους εθισμένους “απεξάρτηση ή υποκατάσταση” είναι μάλλον βλαβερό, ουτοπικό και  ενδέχεται να ενισχύει την αναβλητικότητα του εξαρτημένου από τα ναρκωτικά. Η υποκατάσταση μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα σε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, ενώ αντίστοιχα η απεξάρτηση μπορεί να ξεκινήσει με κάποια λύση υποκατάστασης τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια. Εν κατακλείδι, προγράμματα υποκατάστασης και απεξάρτησης μπορούν να δράσουν συμπληρωματικά για την θεραπεία της εξάρτησης από τα ναρκωτικά.

MSc Τσερπέλης Δημήτριος
Κλινικός Ψυχολόγος / Ερευνητής

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × 4 =

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>